Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2008

Κύκλοι




Βαδίζουμε με μάτια κλειστά
και γροθιές σφιχτές.
Προσδοκίες των μεγάλων ναι
και των τραγικών όχι...

Ελπίζουμε, οργίζουμε, απαιτούμε...
Μα οι κύκλοι δεν χαλάνε, ούτε σπάνε.
Ανοίγουν, κλείνουν και υπάρχουν
στο σύμπαν του τυφλού και του κωφού.

Ανοίγουν, ξεχυλώνουν μα δε σπάνε
και κλείνουν σα μικρές στιγμές θανάτου
αφήνοντας μας να βαδίζουμε οργισμένοι
με μάτια κλειστά και γροθιές σφιχτές

τα βήματα στην περίμετρο του κύκλου
προσδοκώντας τα μεγάλα ναι και τα τραγικά όχι.
Ελπίζουμε, οργίζουμε, απαιτούμε
ώσπου ο κύκλος της ζωής μας να τελειώσει...

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2008

Στην Μυρτώ

Η ζωή δεν ζητά να χαιρόμαστε
η ζωή δε ζητά να αγαπάμε...
Μια σιωπή και μια ανάσα αν νιώσουμε
τότε ξέρουμε πώς να γελάμε!
Η αγάπη ένας μύθος της πόλης
και η ευτυχία νόθο παιδί της ελπίδας
να υπάρχεις αρκεί και το ξέρεις
ν'αφεθείς καθώς πάλεται το σύμπαν...

Αγάπη



Σε ευχαριστώ που κάθε μέρα γκρεμίζεις και ένα λίθο
σε ευχαριστώ που παράτησες στον ήλιο να σαπίσει
κάθε σπλάχνο απ'το σώμα μου

Δεν απαντάς?
Το ξέρεις, πως έτσι υπερίπταμαι
και θα μπορέσω να πετάξω.

Και θα πετάξω.
Προς έκπληξη και απογοήτευση σου...
ΘΑ ΠΕΤΑΞΩ!

Καπνός



Στην ψυχή του άδυτου
φωτός σχισμή προβάλει
δεν είναι θάμα ή στοιχειό
παρά πλάνη της ζάλης...

Τα δάχτυλα χορεύουνε
ρυθμοί από μπαχάρι
και η ψυχή πάλεται
δονήσεις κάποιου Άδη

δεν σε γνωρίζω μα θαρρώ
το βλέμμα σου το ξέρω
στα όνειρα της θύμησης
το συναντώ, το βλέπω

Μες σε καπνούς και μυρωδιές
αγαπημένης χώρας
σε εφτά πέπλα και εννιά ζωές
της ομορφιάς σου δώρα

σε συναντώ σε θύμησες
μιας ζωής πια ξένης
μα αναγνωρίζω τη μορφή
που στην ψυχή μου έχεις...

Το όνομα σου αδυνατώ
να θυμηθώ, μα ξέρω
Σμυρνιά ψυχή στα σπλάχνα πάλεται
καπνό κληρονομιά σου έχω...

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

Πρωινό



Ακούγονται τα βήματα στις πλάκες σαν ηχώ
μοσχοβολάνε γιασεμιά, γλάστρες βασιλικό.
Γατιά ξέφρενα τρέχουνε στους τοίχους, στις αυλές
σκαλοπάτια πλακόστρωτα, βαριές ανηφοριές.

Ο ήλιος σού κρύβεται, γκριζάρει γλυκά η μέρα
τ'αεράκι τραγουδά μυρωδιές μιας αλλης εποχής,
μιας Αθήνας ζωντανής, αθώας και όμορφης,
χωρίς τη μαύρη πίσσα των χρόνων της φοβέρας.

ίσως και να μην υπήρξε ποτέ ό,τι τώρα οσμίζεσαι,
φαντάζεσαι και νιώθεις.
Ίσως μόνο στα όνειρα μιας άλλης ζωής να υπήρξαν.
Χαμογελάς στην παλιά Αθήνα και προχωράς.

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2008

Στη γη



Σαν όνειρο προβάλλει η μνήμη σου
επιστροφή της πράσινης φωνής
και καρδιοχτύπι τραγουδούν τα χείλη σου
μιας πάλευκης, πανέμορφης ζωής.

Ταξίδεψες σε πέλαγα μαυρισμένα
ξεχάστηκες στα λόγια της ντροπής
αποζητούσες να βρεις όσα'ναι χαμμένα,
θαμμένα, ξεχασμένα στα έγκατα της γης.

Τα βήματα σε διώχναν από κοντά μου,
το βλέμμα σου σαν νόμισμα κενό
η ανάσα πίσσα από τα σωθικά μου
το μυαλο σου μαύρο και λειψό.

Σ'ένα γαλάζιο ήλπιζα να σε βρω
βυθισμένη στα νερά της σιωπής
με κείνο το χαμόγελο του παντός
να απλώσεις το χέρι να με δεχτείς.

Ταξίδεψα μακριά και κουράστηκα
με εξάντλησε η ασχήμια αυτού του κόσμου
μακριά σου ένιωθα μόνη μου και άδεια
χωρίς τη θέρμη και το λευκό σου Φως μου.

Στις όχθες που περιπλανήθηκα χαθήκαν
οι φίλοι, οι δικοί μου, οι συγγενείς,
όσα ήξερα γκρεμιστήκαν
θαφτήκαν στα έγκατα της γης.

Μήνες έσκαβα στη λάσπη
αποζητούσα όσα είχαν πια χαθεί
έψαχνα στα μαύρα προσώπα για λάθη
που θα έφτιαχνα αν έπαιρναν ζωή.

Απόμεινα μονάχη να σκαλίζω
το χώμα μαυρισμένη απ'την ντροπή
απέστρεψα το πρόσωπο από Σένα
τον Άνθρωπο που ξέρει να μισεί.

Βυθίστηκα στη γη και αποζητούσα
να με πνίξει σαν μάνα στοργική
να ασπρίσει, να ραγίσει, να ξεβάψει
τη λάσπη που πνίγει την ψυχή.

Και σαν χάθηκε στο χώμα και ο τελευταίος
έστρεψα το βλέμμα πιο ψηλά
και στον καθρέφτη ο ουρανός φαντάζει
γαλάζιο με τα μάτια μου για φτερά.

Σ'ένα γαλάζιο ήλπιζα να σε βρω
βυθισμένη στα νερά της σιωπής
με κείνο το χαμόγελο του παντός
να απλώσεις το χέρι να με δεχτείς.

Σαν όνειρο προβάλλει η μνήμη σου
επιστροφή της πράσινης φωνής
και καρδιοχτύπι τραγουδούν τα χείλη σου
μιας πάλευκης, πανέμορφης ζωής.

Στον ουρανό ταξίδι και φωνάζεις
τόση χαρά που νιώθεις θα πνιγείς
τα φτερά στους ώμους σου τινάζεις
και ξεχύνεσαι στο Φως της Ζωής.

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2008

Στο χρόνο



Αφέθηκες στον μπλε ήλιο και στα λευκά σύννεφα
ταξίδεψες στα κόκκινα νερά της λήθης
και όπως βυθιζόσουνα
το Τέρας βρυχήθηκε άξαφνα στα σωθικά της γης.

Τα δάκρυα δεν τελέψανε ποτέ
τα χρόνια κόκκινα σαν τα ψέματα που δεν πίστεψες
σαν τα ψέματα που δεν θα έλεγες Αν...
Ταξίδεψες, ναι, στη γη ηρώων και τρελλών
Μέθυσων και μύθων.
Ο θάνατος μύριζε στις γωνιές
ρακί στα σοκάκια και στα κόκκινα πρόσωπα.
Μαυροντυμένοι γέροι σέρνονταν σε μια ζωή κόκκινη σαν τα χώματα.

Αφέθηκες στον μπλε ήλιο και στα λευκά σύννεφα
το ταξίδι της σιγής και της λήθης
μα όλη η ομορφιά του κόσμου δεν μπορεί πια...
δεν μπορεί πια να σε φέρει πίσω.

Καθώς βυθιζόσουν το Τέρας ούρλιαξε
με τη φωνή που ήξερες, μα δεν γνώριζες
με τη φωνή που ήλπιζες ποτέ να μην ακουστεί
Σείεται ο κόσμος γύρω σου,
μα εσύ ουρλιάζεις
Γελάς χαιρέκακα
Ουρλιάζεις
Κι όπως γκρεμίζονται όλα γύρω σου νιώθεις επιτέλους μια άγρια χαρά.

Ταξίδεψες σ'όλη την ομορφιά,
έψαξες, βρήκες και έζησες τον Παράδεισο
με αδημονία γεύτηκες το τέλειο της φύσης
μα είναι αργά...
Νεκροί θεοί και άνθρωποι.
Φίλοι, συγγενείς και αγάπες.
Το τέρας τρέφεται πια σε κάθε ανάσα σου
και η ψυχή σου άδεια.

Τρίτη 12 Αυγούστου 2008

Σιωπή

Τις σιωπές λες φοβάσαι
και τα ιχνη στο βλέμμα
του χρόνου το ψέμα
και τους καλούς σου φίλους

Μες στη ζέστη θυμάσαι
και δακρύζεις βουβά
την άμμο σκαλίζεις με νύχια γαμψά
σαν κοιτάς τον ορίζοντα οσμίζεσαι ευτυχία...

Τρίτη 22 Ιουλίου 2008

Ξημερώνει



Ραγίζει το ξημέρωμα στα κομμάτια της ψυχής σου,
μια κόκκινη λεπτή γραμμή διαγράφει τη μορφή σου
σαν όνειρο το απόγεμα, πριν δύσει ακόμα ο ήλιος.

Προβάλει μες σε σύννεφα, μα'ναι πάλι λαμπρός.
Πώς να κοιτάξεις, τί να δεις?
Τα μάτια σου βουρκώνουν.
Λευκό το Φως, και εσύ πονάς σαν φέγγει στην ψυχή σου.

Παράπονα τα λόγια σου, θλίψη μες στην ψυχή σου,
κόμπιασε πια ο λυγμός και μόνο πια φωνάζεις.
Αγρίεψε το βλέμμα σου, σχεδόν δεν σε γνωρίζω
τί μου ζητάς κι οργίζεσαι, πια δε σε γνωρίζω!

Ξημέρωσε αχνά και αργέψανε τα δάκρυα απόψε
δεν μου ζητάς, λίγο το φως, και στρέφεις αλλού το βλέμμα.
Δεν μου ζητάς, γλίστρησες πια
το Φως δε σε αγγίζει.

Στα χέρια μου ξαπόστασε, κούρνιασε στην ψυχή μου,
μη σε φοβίζει ο καιρός, σύννεφα, μην τρομάζεις
Ξαπόστασε σταγόνα μου, κουράστηκες να τρέχεις
χαλαρώστε χείλη μου, κουράστηκες να τρέμεις.

Ραγίζουν τα κομμάτια σου καθώς φωτίζει ο ουρανός
ματώνουνε τα δάχτυλα στο Φως που δεν αγγίζεις
κι αν λίγο ξαπόστασες γοργά θα στρέψεις την πλάτη
ραγισμένη θα χαθείς στους πέρα λόφους.

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Στο χώμα

Ξαφνιάστηκε το βλέμμα σου
στον ήχο της φωνής σου.
Λένε πως μόνος μένει θεός ή θηρίο
και να που απομείναμε στην άκρη της ζωής
μήτε θεριά, μήτε θεοί
μα τραγικό αστείο.

Τραβήχτηκαν τα χείλη σου σε γκρι χαμόγελο
λες και γελάς με ότι ακούς, κι ας είναι μόνο η φωνή σου
μια θλίψη σε πλημμύρισε
η σιωπή κουφαίνει
και η ανάσα σου σαν τύμπανα σπάει τη σιγή σου.

Μονάχη και τρελλάθηκες
ακούς ή δεν ακούς δεν ξέρεις.
Θυμάσαι λες τους καιρούς που γέλια και χαρές γεμίζαν τη ζωή σου
όλα πάλιωσαν πια...
Κανείς για κανέναν δεν υπάρχει
χαθήκανε στο δειλινό μαζί με τόσα λάθη.

Με αναμνήσεις σκίζεις τα ρούχα σου,
φωνάζεις και τσιρίζεις
απέμεινες μονάχη σου τα δόντια σου να τρίζεις.

Φοβήθηκες το σαματά
τα γέλια, την αγάπη
και αποταβήχτηκες σαν σκιά σε αυτή την μικρούλα άκρη.

Μέσα στιο τζάμι χαζεύεις τη ζωή
ανθρώπους να τη ζούνε
και τραβάς τα χείλη σου να πουν πως χαμογελούνε.