Ταξίδεψες σε γαλάζιους τοίχους και αγκαλιές της θάλασσας.
Καθρέφτισες την ψυχή σου στον πράσινο καθρέφτη
κι αυτός στην έφτυσε στα μούτρα.
Πληγές μετράς κι απόγνωση και νιώθεις ζωντανή.
Κι αν χαρά έχεις μήνες να νιώσεις,
ο πόνος σου χτυπά στα μηνίγγια σου,
αιμορραγία αορτής και νιώθεις τη ζωή.
Το τέλος είναι ηδονή, όπως η σκέψη του θανάτου.
Ο πόνος μαχαίρι στην καρδιά κι ανασαίνεις πάλι.
Κι αιμορραγείς όχι για αυτό που έχασες,
μα για την ελπίδα και πόσα όνειρα.
Θυμάσαι την αρχή και το τέλος σε ανακουφίζει.
Μα η πορεία σε βυθίζει σε μαύρους λαβύρινθους
κι ο μίτος κόπηκε σε λόγια που ματώνουν.
Τον πόνο σου φοβάσαι μή γίνει θεριό που κατασπαράζει.
Κι οργή που καίει στο διάβα της το σύμπαν όλο.
Μα είναι γλυκός ο πόνος σου, σαν κείνον του θανάτου.
Κυριακή 18 Απριλίου 2010
Τρίτη 23 Μαρτίου 2010
Κενό
Στέκεις στην άκρη και ατενίζεις το κενό,
σαν τότε, σαν πάντα.
Τσιμέντο και γρασίδι και κάγκελα η προσγείωση.
Οραματισμός της πτώσης,
Βλέπεις το άψυχο σου σώμα να κείτεται 6 ορόφους κάτω.
Και νιώθεις να πετάς προς μια σιγή ανακούφιση απ'την απώλεια.
Μια σκέψη σε κράτησε απ'την πτώση,
οι δυο ψυχές που χρεώθηκες να ζήσεις.
Οι μόνοι που σου μένουν. Οι μόνοι σου φίλοι.
Δυο τετράποδα με γαμψά νύχια και το βλέμμα του θεού.
Κι αναπολείς τη στιγμή που για λίγο ένιωσες ελεύθερη.
Η εικόνα σου να κείτεσαι νεκρή.
Θα λεν πως δε σου φαινότανε, δε μίλαγες, γελούσες.
Και πως τούτη τη ζωή πολύ την αγαπούσες.
Καλή κοπέλα κι έξυπνη, πώς έγινε αυτό.
Κι αυτές που σε ακούσανε να ψελλίζεις την αλήθεια,
αψήφιστα χαμογέλασαν και είπαν θα περάσει.
Μα πάντα κορυφώνονται οι σκέψεις σου σε πράξεις
κι αν μια φορά δανείστηκες ζωή, δεύτερη δε θα υπάρξει.
Ίσως ο ύπνος πιο καλός, να φύγεις στα όνειρα σου,
μα μη βγάλεις βοήθειας κραυγή, άπλωσε τα φτερά σου.
Τα δώρα που επιστρέφονται κατάρα λένε είναι,
μα χίλιες κατάρες η ζωή και πιότερη η μία είναι.
σαν τότε, σαν πάντα.
Τσιμέντο και γρασίδι και κάγκελα η προσγείωση.
Οραματισμός της πτώσης,
Βλέπεις το άψυχο σου σώμα να κείτεται 6 ορόφους κάτω.
Και νιώθεις να πετάς προς μια σιγή ανακούφιση απ'την απώλεια.
Μια σκέψη σε κράτησε απ'την πτώση,
οι δυο ψυχές που χρεώθηκες να ζήσεις.
Οι μόνοι που σου μένουν. Οι μόνοι σου φίλοι.
Δυο τετράποδα με γαμψά νύχια και το βλέμμα του θεού.
Κι αναπολείς τη στιγμή που για λίγο ένιωσες ελεύθερη.
Η εικόνα σου να κείτεσαι νεκρή.
Θα λεν πως δε σου φαινότανε, δε μίλαγες, γελούσες.
Και πως τούτη τη ζωή πολύ την αγαπούσες.
Καλή κοπέλα κι έξυπνη, πώς έγινε αυτό.
Κι αυτές που σε ακούσανε να ψελλίζεις την αλήθεια,
αψήφιστα χαμογέλασαν και είπαν θα περάσει.
Μα πάντα κορυφώνονται οι σκέψεις σου σε πράξεις
κι αν μια φορά δανείστηκες ζωή, δεύτερη δε θα υπάρξει.
Ίσως ο ύπνος πιο καλός, να φύγεις στα όνειρα σου,
μα μη βγάλεις βοήθειας κραυγή, άπλωσε τα φτερά σου.
Τα δώρα που επιστρέφονται κατάρα λένε είναι,
μα χίλιες κατάρες η ζωή και πιότερη η μία είναι.
Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010
Ακούς?
Ραγίζει η σιωπή, ακούς?
Τα μέλη σπάνε στην παγωνιά, ακούς?
Θαφτήκανε οι ελπίδες μου, ακούς?
Παράμερα στέκει η ζωή και μ'αποχαιρετά.
Το χέρι σου ψάχνω να πιαστώ, ακούς?
Μα τ'αποτράβηξες στην ώρα της οργής
και φαιδρά λόγια έπλεξες στεφάνια θανάτου
σαν να'ταν πέτρινα κι όχι ανάσα του αγέρα.
Απέστρεψες το πρόσωπο, έκρυψες τον ήλιο
και μ'άφησες σε μια ζωή που απεχθάνομαι
να τη ζήσω μόνη.
Και τα στοιχειά με κηνυγούν μακρυά απ'το φως σου
και η καρδιά μου στράγγιξε χωρίς το άγγιγμα σου.
Άδειασα από ζωή, ακούς?
Και ο θάνατος πάλι χτυπά την πόρτα.
Ελπίδα μου ήσουν εσύ, ακούς?
Και το φως που κράταγε ανοιχτά τα μάτια.
Και σε ζωή από σκοτάδι δε θέλω πια να μένω.
Ακούς?
Δε σε αποχαιρετώ γιατί πάντα θα σε ψάχνω,
όμως ίσως σε άλλη μορφή, καθώς η ύλη βαραίνει.
Τα μέλη σπάνε στην παγωνιά, ακούς?
Θαφτήκανε οι ελπίδες μου, ακούς?
Παράμερα στέκει η ζωή και μ'αποχαιρετά.
Το χέρι σου ψάχνω να πιαστώ, ακούς?
Μα τ'αποτράβηξες στην ώρα της οργής
και φαιδρά λόγια έπλεξες στεφάνια θανάτου
σαν να'ταν πέτρινα κι όχι ανάσα του αγέρα.
Απέστρεψες το πρόσωπο, έκρυψες τον ήλιο
και μ'άφησες σε μια ζωή που απεχθάνομαι
να τη ζήσω μόνη.
Και τα στοιχειά με κηνυγούν μακρυά απ'το φως σου
και η καρδιά μου στράγγιξε χωρίς το άγγιγμα σου.
Άδειασα από ζωή, ακούς?
Και ο θάνατος πάλι χτυπά την πόρτα.
Ελπίδα μου ήσουν εσύ, ακούς?
Και το φως που κράταγε ανοιχτά τα μάτια.
Και σε ζωή από σκοτάδι δε θέλω πια να μένω.
Ακούς?
Δε σε αποχαιρετώ γιατί πάντα θα σε ψάχνω,
όμως ίσως σε άλλη μορφή, καθώς η ύλη βαραίνει.
Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010
Στοιχειά

Ανακινήθηκε η ταφόπλακα και πρόβαλε στο φως
το τέρας που κένταυροι φυλάν στα σωθικά σου.
Κι αποζητάς μιαν έρημο να κρύψεις τη μορφή σου,
να μην ραγίζουν τα γυαλιά κάθε που σε καθρετίζουν.
Τα χρόνια δανεικά και για αυτό ξεχνάς,
μήτε μια ανάμνηση δεν απομένει φωτεινή.
Κι αναλογίζεσαι πως άδικα χρεώθηκες στα θεία,
μήτ'αφορμή, μήτ'αιτία πια δε φανερώνεται
στο λαβύρινθο του μυαλού σου.
Ο μίτος έσπασε κι όλο τριγυρνάς στο ξέφωτο
που τα ζωντανά κράζουν "ουδένας λόγος".
Κι ας θυμάσαι το μονοπάτι της λήθης και της χαράς,
πια δε ζουν καταρραμένοι ποιητές ν'ακολουθήσεις.
Κι η χαρά βρυκόλακας που αποζητάει αίμα,
μια επιβεβαίωση σαθρή όπως οι αναμνήσεις.
ίσως ξοδεύτηκε η ψυχή χρόνια πριν
και πια κουφάρι σέρνεις
σάπια μέλη και άδειο μυαλό
να δικαιολογείς το χρέος.
Δε θα βρεθεί Ιθάκη για καταρραμένους να ξαποστάσεις.
Δε θα σε ραίνει λήθη η ακρογυαλιά πατρίδας.
Τα τέρατα αιώνια ζουν και ανασταίνονται
κάθε που δύει ο ήλιος κι αποζητούν λαίμαργα να σε καταβροχθίσουν.
Όσα χαθήκαν θηλιά στο λαιμό
και οι Δρυίδες δεν υπάρχουν πια να σε γιατρέψουν.
Και η ζωή Σισσύφια ταφόπλακα που γκρεμίζεται
στο σάπιο σου κορμί.
Κουράστηκες την αιωνιότητα
και στέκεις σε μιαν άκρη
αναλογιζόμενη τί μπορεί να σε σκοτώσει
ανώδυνα και βίαια συνάμα.
Αιώνια επανάληψη για λόγο ή όχι,
αποτινάσσω το χρέος μου
και οδεύω στο τέλος
με μια χαρά άγρια λύτρωσης και αποχωρισμού.
Σάββατο 13 Μαρτίου 2010
Ενθάδε κείται ελπίς

Χορέψαμε στην άκρη του γκρεμού πιασμένοι χέρι χέρι,
τρελλοί και αισιόδοξοι στα χρώματα του φωτός.
Τα όνειρα χαράξανε στην ψυχή
λαβωματιές που πλημμυρίζουν αίμα τα σεντόνια.
Μια ανάμνηση η ζωή, καλή, κακή κι οργισμένη.
Η απώλεια κι η μοναξιά οι μόνοι φίλοι
και μια ταφόπλακα στη θέση της καρδιάς,
"ενθάδε κείται η ελπίς".
Σε παρασέρνει η ζωή στο χώμα και τη λάσπη,
παλεύεις να κρατηθείς αρτημελής,
μα ήδη διαμελίστηκες σε χρόνια δικασμένα.
Κάποιες στιγμές χαμόγελου σου κρατούν το χέρι
και οι φίλοι σου που μιλιά δεν έχουν, παρήγορο χάδι στην ψυχή.
Στέκεις πλάι τους κι απλά ακούς την καρδιά τους,
κενή από ανθρώπινα συναισθήματα και μνήμες, παρήγορη παρέα.
Κι αναρωτιέσαι η χαρά αν είναι αυταπάτη.
Και η αγάπη μύθος.
Τη χαμμένη αγκαλιά πια δε νοσταλγείς,
σου αρκεί να στέκεις πλάι πλάι με τα άτια της σιγής.
Αγγίζεις το κορμί τους κι αυτή η θερμότητα σου θυμίζει πως ζεις.
Κι αν ζεις, χρωστάς νομίζεις.
Όμως αρκεί να αναπνέεις. Κι ας σε τρομάζει. Κι ας πονάει.
Καιρός να ζήσεις έτσι απλά, σιωπηλά και στωικά.
Τέρμα τα μεγάλα όνειρα και οι στόχοι.
Βρες μια πατρίδα και κυλήσου στο λιβάδι.
Τόσο απλά, τόσο κενά, τόσο ανούσια.
Να στέκεις πλάι στα άτια της σιγής και να λούζεσαι σιωπή.
Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010
Συγχώρεση
Στέκεις παράμερα και μετράς τα δάκρυα σου.
Πέτρες λασπωμένες που ίσως και να αξίζουν κάτι,
αλλά για ποιόν.
Να μην περιμένεις τίποτα σου ζητάνε πια οι χειμώνες
και να κοιτάς τον άλλο μες στα μάτια, σαν καθρέφτης.
Μα νιώθεις ο καθρέφτης ράγισε,
γιατί όλο κομμάτια γυαλί βγάζεις απ'τα μάτια.
Πετράδια που δεν αξίζουν τίποτα...
Κι όπως πάλλεται η καρδιά συγχώρεση ψιθυρίζει,
για όλα όσα ζήτησες, μα δεν στα χρωστάει κανείς.
Ούτε εσύ όμως χρωστάς να μη ζητάς.
Και το γέλιο κόκκινο πανί σε ταύρο.
Ξεφυσάς απόρριψη και χυμάς να το ξεσκίσεις.
Πίεση χρεώθηκες κι ας σκύβεις απ'το βάρος.
Τα θέλω μάστιγα, λοιμός και κατατρεγμός.
Ζητάνε οι χειμώνες και παγώνουν.
Σιωπηλά ζητάνε και δίνουν δίχως λέξεις, μήτε καρδιά.
Γελούν και σε δικάζουν.
Μα η καρδιά πάλλεται σε ρυθμούς συγχώρεσης,
γιατί οι μεγάλοι δάσκαλοι με τη μάστιγα ξέρουν να χτυπούν.
Με χέρια άδεια χαμογελάς, καθώς υπερίπτασαι σε μπλε ουρανό.
Και τα παιχνίδια ελέγχου μοιάζουν παιδικά και άσχημα.
Ανιαρά και κρύα.
Γελούν οι χειμώνες και κρίνουν, μα η καρδιά σου άνθισε και απλά χαμογελάς.
Πέτρες λασπωμένες που ίσως και να αξίζουν κάτι,
αλλά για ποιόν.
Να μην περιμένεις τίποτα σου ζητάνε πια οι χειμώνες
και να κοιτάς τον άλλο μες στα μάτια, σαν καθρέφτης.
Μα νιώθεις ο καθρέφτης ράγισε,
γιατί όλο κομμάτια γυαλί βγάζεις απ'τα μάτια.
Πετράδια που δεν αξίζουν τίποτα...
Κι όπως πάλλεται η καρδιά συγχώρεση ψιθυρίζει,
για όλα όσα ζήτησες, μα δεν στα χρωστάει κανείς.
Ούτε εσύ όμως χρωστάς να μη ζητάς.
Και το γέλιο κόκκινο πανί σε ταύρο.
Ξεφυσάς απόρριψη και χυμάς να το ξεσκίσεις.
Πίεση χρεώθηκες κι ας σκύβεις απ'το βάρος.
Τα θέλω μάστιγα, λοιμός και κατατρεγμός.
Ζητάνε οι χειμώνες και παγώνουν.
Σιωπηλά ζητάνε και δίνουν δίχως λέξεις, μήτε καρδιά.
Γελούν και σε δικάζουν.
Μα η καρδιά πάλλεται σε ρυθμούς συγχώρεσης,
γιατί οι μεγάλοι δάσκαλοι με τη μάστιγα ξέρουν να χτυπούν.
Με χέρια άδεια χαμογελάς, καθώς υπερίπτασαι σε μπλε ουρανό.
Και τα παιχνίδια ελέγχου μοιάζουν παιδικά και άσχημα.
Ανιαρά και κρύα.
Γελούν οι χειμώνες και κρίνουν, μα η καρδιά σου άνθισε και απλά χαμογελάς.
Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010
Αποστράγγιξη

Μαυρίσανε οι σκέψεις
σαν κατηφόρα σε γνώριμα λιβάδια του χαμού.
Ένας κόμπος στέκει καμαρωτός στο λαιμό,
σου γνέφει να μην κλάψεις.
Κι απλά θες να τρέξεις μακρυά,
στον ορίζοντα θανάτου.
Άδειασες, δυο μήνες πάνε απ'την τελευταία ηλιοφάνια,
κι όσο κι αν κρύβεσαι απ'την αλήθεια,
αυτόφωτη δεν είσαι.
Σε τρέφει ο ήλιος που έδιωξες, αστέρι νομίζοντας πως θα γίνεις.
Μα αν δε σου κρατούν το χέρι χλωμιάζεις και παγώνεις.
Πέτρα στην πέτρα και δάκρυα της μοναξιάς, της θλίψης.
Άδειασες... Από μπλε, ελπίδα και αγγέλους
και πια μια σάπια ανάσα μόνο κουβαλάς
βαριά πολύ στους ώμους.
Κι όσα σου φάνταζαν ζωή γκρεμίζονται στα βράχια,
γιατί αυτή είναι η φύση σου, να χτίζεις όσα γκρεμίζεις.
Κρύβεσαι απ'το φάντασμα που λες εαυτό
και παρακαλάς κάτω απ'τα σκεπάσματα να ακούσουν την κραυγή σου.
Μα δεν θα'ρθει κανείς... Όλοι φορούν προβιά προβάτου
και σκίζουνε τις σάρκες σου καθώς εσύ σαπίζεις.
Ενδύνεσαι τη φορεσιά μανιακού βασιλιά
και περπατάς μες σε τραγέλαφο θανάτου,
μήπως και κλέψεις καμιά ψυχή,
μια αγκαλιά, λίγη αγάπη.
Μα ψεύδονται οι άνεμοι που παγώνουν το κορμί σου,
γιατί αυτοί παρέσυραν τον ήλιο μακρυά.
Κι αυτοί πάντα λένε ψέμματα για τη φορεσιά σου,
πως είναι η καλύτερη, βασιλική πορφύρα.
Και μέρα τη μέρα αδειάζεις...
Από όνειρα, κουράγιο και ελπίδα.
Σαν να σε κάρφωσαν βέλη με φαρμάκι
και τρώνε την ψυχή σου.
Μια αναλαμπή, κάποια ζωή που γέλαγες στα ουράνια
κι αυτά καθρέφτιζαν το φως μέσα στα δυο σου μάτια.
Πια δεν έχεις ζωή μήτε εσένα να θρέψεις...
Και στέκεις κουφάρι αηδιαστικό
να τρέφονται απ'τα κομμάτια σάπιας σου σάρκας
οι λύκοι που πάντα ποθούσες να αγαπήσεις.
Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010
Αδελφή
Η προδοσία κρασί μες στο ασκί σου,
ποτίζει τις καρδιές φαρμάκι και λοιμό.
Αιώνια σκύλα απώλειας σαλεύεις μνησίκακα
πίσω από ήλιους της ντροπής,
του ψέμματος και της συνήθειας.
Τσακίζεις τα κορμιά που ρίχνονται στα πόδια σου
με τη σιδερένια γροθιά που καλείς αγάπη
κι αδιάφορα προσπερνάς
κι αγνοείς κραυγές βοήθειας και ανείπωτου πόνου
καθώς πορεύεσαι στο καθρέφτισμα της λίμνης.
Κοράκι της κολάσεως ξεσκίζεις στήθια,
καθώς ακόμα καρδιoχτυπούν και αναζητούν βοήθεια.
Και πάντα, πάντα κρύβεσαι σε ψέμματα και δάκρυα
βασίλισσα της σιωπής και του μαρτυρίου.
ποτίζει τις καρδιές φαρμάκι και λοιμό.
Αιώνια σκύλα απώλειας σαλεύεις μνησίκακα
πίσω από ήλιους της ντροπής,
του ψέμματος και της συνήθειας.
Τσακίζεις τα κορμιά που ρίχνονται στα πόδια σου
με τη σιδερένια γροθιά που καλείς αγάπη
κι αδιάφορα προσπερνάς
κι αγνοείς κραυγές βοήθειας και ανείπωτου πόνου
καθώς πορεύεσαι στο καθρέφτισμα της λίμνης.
Κοράκι της κολάσεως ξεσκίζεις στήθια,
καθώς ακόμα καρδιoχτυπούν και αναζητούν βοήθεια.
Και πάντα, πάντα κρύβεσαι σε ψέμματα και δάκρυα
βασίλισσα της σιωπής και του μαρτυρίου.
Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010
Ο ορίζοντας του ελαφιού

Ο ήλιος σου βασίλεψε στα βλέφαρα της λήθης,
καθώς κοιμάσαι δάκρυα ποτίζουν τα χείλη αναμνήσεις.
Κλειδώθηκες ξανά στο παιδικό δωμάτιο
και πια ούτε φαντάσματα δε σου κρατούν παρέα.
Η απογοήτευση πικρή κι ο φόβος τρομερός λοιμός.
Αναπολείς τον άρχοντα της Τρίτης Γης,
το δάσκαλο, το φως και την ψυχή σου.
Μα κλείσανε τα φύλλα της καρδιάς και πνίξανε το φως.
Μονάχη, όπως πάντοτε, θρηνείς το τώρα, το ποτέ και το πάντα.
Και τα λόγια που ξεκλέψανε άγγελοι στα λευκά όνειρα σου.
Κι η αγάπη μοιάζει βαριά πέτρα που σέρνει την ψυχή σου
σε Τάρταρα φόβου, φυγής και θρήνου.
Κάποτε ψέλλιζες πως δε σου ζητούν να αλλάξεις οι χειμώνες.
Καθώς πια σου γελούν κατάμουτρα με τα νύχια σου σκίζεις τα λογικά σου.
Μια απόρριψη δειλή της φύσης, ένα γιατί και όχι αποστροφής
γεννά κοράκια στα σωθικά να τραφούν απ'την ψυχή σου.
Κι η κριτική με μανδύα προβάτου σε αρπάζει απ'τον σβέρκο
και παλεύεις να σωθείς, μα σκοτεινιάζεις πάντα.
Υπερφύαλη, εγωιστική και αθλία η φύση του ανθρώπου,
ζητά να τραφεί από πληγές στα στήθια.
Λες κι ο φόβος είναι θεριό με δόντια και στομάχι
κι αποζητά αμβροσία από δάκρυα για να θεριέψει κι άλλο.
Μονάχη αναπολείς τον ήλιο και τη Δίκη
και τη φυγή που σε έκανε ελάφι των αγρών,
που κι αν του μπήγονται καρφιά τα δόντια των ανθρώπων
κείνο αιμορραγώντας τρέχει άνεμος στο τέλος του ορίζοντα
να βρει πεδιάδα γόνιμη, μονάχο του να ζήσει
με τις πληγές μετάλλια και καμάρι του που γλίτωσε απ'τους λύκους.
Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010
Οι μνήμες του νερού

Σαλεύει η ψυχή σε ρυθμό γκρίζου,
λυγάει και τσακίζεται στις μνήμες του νερού,
καθώς στραγγίζεται και η τελευταία ρανίδα χαράς.
Φαντάζεται το όνειρο βυθό να χαθείς,
στο μαύρο που παρηγορεί το άγνωστο του.
Σαν μια ευχή που έβρεξε τα χείλη.
Σαν μια ανάσα που κόπηκε στην όψη του θεριστή.
Ανάλαφρη... ανάλαφρη...
Σαν σκέψη, σαν κατάρα.
Σαν θέρους ηλιαχτίδα και αεράκι ακρογυαλιάς.
Σαν τον ήχο των κυμάτων,
που σκεπάζουν το κορμί που ξεβράστηκε στα βράχια.
Χρυσή η άμμος που έθαψε κουφάρι ξεχασμένο.
Βορά όρνεων και θεριών της μνήμης του νερού.
Κι ο ήλιος καίει το χρυσό και τούτο λαμπυρίζει,
σαν δάκρυα που κρέμονται στα μάγουλα αστεριών.
Αιώρηση και απαρχή της μόνης σου αλήθειας,
φυγή της λέξης, της σιωπής και της όποιας πνοής στα στήθια.
Σαλεύουν κλαριά τα όνειρα, καθρέφτης του νερού
κι η μνήμη βυθίζεται νεκρή στον παρήγορο βυθό.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)