Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

Σκοτάδι



Ραγίσανε κομμάτια κρύσταλλα
και πλήγωσαν τα μάτια
κόκκινα δάκρυα ξεπλένουν την αλήθεια
που κυλά στις φλέβες φαρμάκι, πίσσα.

Ο ήλιος σα να χλώμιασε και κρύφτηκε δειλός
τυφλώνεσαι νομίζεις και πανικοβάλλεσαι...
Απλώνεις τα χέρια να πιαστείς από κάπου
να ξέρεις πού βαδίζεις,
μα γύρω σου μόνο νεκρά μέλη,
σκοντάφτεις στα κουφάρια.

Λιώνουν τα μάτια και στραγγίζουν
βρεμμένα τα χέρια σου απ'το αίμα
γλιστρούν και πέφτεις.
Πέφτεις... Πέφτεις... και βγάζεις κραυγή βοήθειας...

Τα κουφάρια γύρω σου βουβά
στροβιλλίζεσαι στη δύνη
και οι τοίχοι βαμμένοι μαύροι πια,
τα πόδια σου γυμνά παγώνουν...

Τυφλή πια, τσιρίζεις για βοήθεια...
και πέφτεις... πέφτεις...
στο πάντα απ'το σκοτάδι.

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009

Δεν έχω γράψει ποιήματα

Δεν έχω γράψει ποιήματα,
τις λέξεις δε γνωρίζω...

Με δυο παλάμες ανοιχτές στον ουρανό
και το κορμί μου να σφαδάζει απ'τον πόνο
μιλώ στο χρόνο που φθονώ
κι απεύχομαι τη μέρα.

Καρφιά κρεμούν τα χέρια μου,
τα δάχτυλα υφαίνουν
τα λόγια που γερασμένη η σκύλα μοίρα πια
αλυχτάει κάθε που σκοτεινιάζει.

Δεν έχω γράψει ποιήματα,
την ώρα της σιωπής τα χέρια μου λερώνω
με αίμα απ'τις σάρκες της ζωής, θυσία που μετανιώνω.

"Δεν έχω γράψει ποιήματα,
δεν έχω γράψει ποιήματα,
μόνο σταυρούς σε μνήματα καρφώνω."

(Σαχτούρης, "Ο Στρατιώτης ποιητής")

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

Βαβυλώνα



Αγέρας φύσηξε και παρέσυρε τα δάκρυα
που ξόδεψες στον ηλιο, στη βροχή...
Ο Αγαρηνός ξεμάκρυνε γεμάτος αποστροφή,
δεν χάρισε μήτε ματιά στο παλαιό λιμάνι
και με βήματα γοργά αποζητούσε να προκάνει
μία ζωή που αγνοείς, κι ας λαχταράς να νιώσεις,
μα δε σε προσκάλεσε κανείς το Χάρο να ματώσεις.

Κι ο καθρέφτης μάστιγα, τον σπας
και μπήγεις τα κομμάτια στα μάτια σου
να μη θωρούν τη χαίτη που ξεμακραίνει.
Τραγούδια μόνο απέμειναν να ψέλνεις στον αγέρα
κι η ανάμνηση της σιωπής, που χίλια κομμάτια κόβει
το γέλιο που ξεχύθηκε σε χρόνια σαπισμένα
και ένς πόθος τραγικός, σαν μαίγερας φοβέρα...

Μπήγεις το χέρι στην καρδιά κομμάτια να τη σκίσεις
μην τύχει κι ο χτύπος ακουστεί που δειλά φωνάζει σ'αγαπώ.
Κι όπως στο δρόμο μετράς τα φώτα και τις κόρνες
πέτρα ρίχνεις πίσω σου κι ας ξέρεις θα μαρμαρώσεις.
Τούτη τη νύχτα κήδεψες καράβι σαπισμένο
που μες στο τρελλό μεθύσι σου θάρρεψες ζωντανο.
Κι η τρέλλα πως καθρέφτισες στον όρμο τον εαυτό σου
σε τράβηξε στο μαύρο βυθό και πνίγηκες σ'ένα βουβό λυγμό.

Κι ας φτύνεις χολή το ψέμα σου, μην βριζεις τον καθρέφτη...
Το γυαλί δεν είναι ό,τι αποκαλείς εαυτό.
Ξεγέλασες το Χάροντα και στη γη διαβαίνεις
μα μόνο έναν δεν μπορείς παρά να'χεις για θεό.
Μία καρδιά ζητούν τα πλήθη της Βαβυλώνας
και να τη χωρίσεις δεν μπορείς κι ας χωρά το σύμπαν.
Μ'αποστροφή απέστρεψαν το βλέμμα απ'την αρένα
καθώς οι λέαινες χύμηξαν να σε κατασπαράξουν.

Ξεμάκρυνε ο κουρσάρος σου με χαμηλά το βλέμμα
και σ'άφησε βορά στους λέοντες που ποθούσες να δαμάσεις.
Αιμόρφυτη σπαρταράς στο χώμα του θανάτου
και, πολύ αργά, συνειδητοποιείς πως μια καρδιά μόνο έχεις.
Καθώς ζυγώνουν τα θεριά ανοίγεις τα χέρια
και προσμένεις το διαμελισμό, λύτρωση απ'το ψέμα...

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

Καθρέφτισμα

Ψιθύρισε ο Λίβας λογάκια της ερήμου
κι ανέμισε ο κουρσάρος σου τα πανιά αντάμωσης...
Βουλιάζει η ψυχή σε όνειρα υγρά
και καθώς φεύγει η σκιά ο χρόνος σαν να παγώνει.
Μια ευχή τ'αντάμωμα σε βογγητά υπόκωφα
και ο Αγαρηνός σαλπάρει σε σκοτάδια τόσο γνώριμα
που η συνήθεια του φωτός σε έκανε να ξεχάσεις
μα βαθειά στην ψυχή ο πόθος πάλι θεριεύει
σαν σταλαχτίτες λιώνουνε στα μάτια οι εικόνες
και αναζωπυρώνει η ανάγκη να σαλπάρεις
με το κουρσάρικο που ξεμακραίνει.
Κι ας καίγεσαι στου λίβα το χορό σωπαίνεις...
Μην οι λέξεις κλέψουν τη χαρά
και τα βλέμματα την ίδια τη ζωή σου.

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

Άγγελος



Απόηχος κάποιας ευχής ζυγώνει τ'αυτιά του χρόνου
κι αναρριγούν τα σωθικά στην όψη της μνήμης.
Ερρέβινη χαίτη φορεί και κοσμήματα απαξίωσης
περιπατεί τα βράχια της ζωής σαν άγγελος τιμωρός.

Απόηχος κάποιας ευχής, φορεί τα όνειρα σου
και βλέμμα από χρυσάφι και μέλι χαιδεύει την ψυχή σου.
Φέρει τα χρόνια που ξεχνάς σημάδι στον καρπό,
μαύρο μελάνι στίγματος χαράζει την αλήθεια.

Υποκρίνεσαι πως ξεχνάς τη φύση της εικόνας
και σκύβεις το βλέμμα, δισταγμός στη θέα της ψυχής του
κι ας αναρριγεί το στήθος σου σε οσμές κάποιας νιότης
και όνειρα της αντίδρασης, του νέου και φοβερού.

Μια μωβ γραμμή αποστήθισες και όνειρα υφαίνεις
με μια ανάγκη πύρινη και μια ελπίδα ψεύτρα.
Και σα ζυγώνει ο Αγαρηνός σκύβεις, κοιτάς το χώμα
μην αντικρύσει τη μορφή και καθρέφτης του μοιάσει.

Ξύνει τα νύχια η λέαινα σε κορμούς αναστολής
και ονειρεύεται τα μεσημέρια χρυσάφι και μέλι.
Απόηχος κάποιας ευχής ζυγώνει τ'αυτιά του χρόνου
κι αναρριγούν τα σωθικά στην όψη της μνήμης.

Σε πρόφτασε ο εξάγγελος σε απρόοπτο χρόνο
και αναρωτιέσαι ποιά σιγή θα σώσει την πλημμύρα.
Απόηχος κάποιας ευχής και αναρριγείς από πόθο
σκύβεις την κεφαλή και απεύχεσαι εκπλήρωση ονείρου.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009

Eλπίδα



Σαν φως κυλά η ελπίδα μες στις φλέββες
και ξανθές μπούκλες γέμισε η ψυχή,
ροζ σύννεφα χορεύει ο αγέρας
και τ'όνειρο ανασαίνει τη ζωή.

Θαρρείς πως αναστήθηκε ο τρίτος ήλιος
σε ξένο σύμπαν και αχνογελά ακτίδα από φως
στα χείλη τρεμοπαίζει η ελπίδα
κι ακούγεται τραγούδι χαρωπό.

Σ'αρπάξαν οι βοριάδες του χειμώνα
κι ανήμπορη πάνω απ'τη γη πετάς,
φιλιά στέλνεις πουλιά λευκά ελπίδας
και νιώθεις τον αγέρα της χαράς.

Ανάλαφρες οι λέξεις πια χορεύουν
σε ένα ρυθμό σαν χτύποι της καρδιάς
κι η γλώσσα γλύφει τη γεύση από ελπίδα
που απέμεινε στα χείλη και γελάς.

Φτερούγισε ο πόνος σε ένα βλέμμα
που χάθηκες και διάβασες ψυχές
κι αυτά που βρήκες σε αυτά τα βάθη
σου δώσανε χαμόγελο για δυο ζωές.

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2009

Βασίλισσα του χιονιού



Κλείσανε τρία τέρμηνα οι χειμώνες.
Στη γη του πάγου γλιστράνε οι μέρες σαν αιώνες.
Σε αναγάγαν σε βασίλισσα οι κρύσταλλοι από δάκρυα
και σαν οπτασία του λευκού περιδιαβαίνεις
άγονη γη, πατρίδα πια καλείς.

Η αγάπη πάγωσε το αίμα και θρυματίζει
τις αναμνήσεις απ'τη χώρα καυτού ήλιου.
Κείνος φωτίζει σε ένα σύμπαν πια τόσο ξένο
κι εσύ παραδίνεσαι σ'ένα ψέμα βολικό.

Μα τα δάχτυλα γεμίσανε χιονίστρες
και νιώθεις θα σπάσουν άξαφνα
κι ας αγνοείς τον πόνο.
Απλώνεις τα χέρια να αιχμαλωτίσουνε το χιόνι
και κείνο λιώνει σαν τους όρκους που φόνευσες τρελλή.

Αποζητούσες όλο τον κόσμο σε δαχτυλίδι να τον δέσεις
και έφταιγε ο ήλιος που δεν ήταν αρκετός.
Πια ως βασίλισσα σέρνεσαι στο χώμα από πάγο
και σε σκοτάδι που ισχυρίζεσαι ως πιότερα καλό.

Σαν αντικρύζεις κάποιο σημάδι απ'τον ήλιο,
δειλά βουρκώνεις και βαθειά αναρριγείς
μα παγωμένη πια δε νιώθεις, δεν ανακαλείς
και αποστρέφεις την ψυχή σου να μην κλάψει
κι έτσι νεκρή τη λευκή γη περιπατείς.

Τρία τέρμηνα βαριά νύχτα παλτό φοράς,
βασίλισσα πια και αρχόντισσα του τίποτα.
Γελάς πικρά για το θρήνο που βαστάς
και σαν διαμάντι τον φυλάς στα σωθικά.

Το χιόνι λιώνει καμιά φορά όταν κοιμάσαι
και θερμός σε αγκαλιάζει ο θεός ήλιος
μα ακόμα και τότε ξυπνάς αλαφιασμένη
και ανοίγεις πόρτες και παράθυρα στο χιόνι
μην τυχόν και αφήσεις να μπει λίγο φως.

Οι μέρες περνούν σαν αιώνες
κι η λήθη μάνα στοργική
στέμα φορείς και βουβή περιδιαβαίνεις
τη νύχτα πάγου που επέλεξες τρελλή.

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

Πληγωμένος ουρανός σκύβει,
βαρύς απ'το αίμα.
Τον λάβωσε η αστροφεγγιά
σαν κλέφτηκε με τον ήλιο.

Λυγμός στο στόμα αλατισμένος δάκρυα
και σφίγγεται η καρδιά.
Μα η αστροφεγγιά δε μεταννοεί,
παρα μόνο σαν νυχτώνει

και ψάχνει τ'αστρα που'σβησαν
και τα όνειρα που χαθήκαν
απ'το παγωμένο χέρι της
και τη γριά ψυχή της.

Και τότε μόνο ένα δάκρυ πνίγεται
στον πάνλευκο λαιμό της,
καθώς κοιτά τον ουρανό
που σκοτεινός σιωπά.

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Τα χρόνια μου ναυάγησαν στις ξέρες σου



Αφιερωμένη η σιωπή στη θεά της Οργής και της Απαξίωσης.
Δε θα ξανάρθουν καλοκαίρια.
Δε θα ξανάρθουν καλοκαίρια.
Ήλιος ζεστός, ακτίνες ίασης και πατρίδας.
Δε θα ξανάρθουν καλοκαίρια.
Μία ακίδα απομένει ο θάνατος στα πνευμόνια
και τρυπά τα κόκκαλα κάθε που έχει υγρασία.
Κι όσο κι αν ουρλιάζω στην ακτή του πάγου
δε θα ξανάρθουν καλοκαίρια.
Σφραγισμένα χείλη ματώνουν την ανάσα
που θάβω με απανωτά τσιγάρα.
Γιατί αυτή η ανάσα είσαι εσύ
και πασχίζω να τη σβήσω.
Τσακισμένη καρδιά χτυπά μες στα στήθη.
Οι χτύποι σαν κρότοι πολυβόλου τρυπούν τα αυτιά.
Το αίμα που τρέχει στις φλέβες φαρμάκι οχιάς.
Μια καρδιά από χολή προσπαθώ να τη σταματήσω,
γιατί στην έδωσα δώρο που δεν παίρνεται πίσω.
Μια ζωή σπαρταρά μες στο στήθος αδειανή
και ένας νους σε σκοτάδι υγρό,
δυο λέξεις απαξίωσης και οργής
κι έπειτα προσμένω θάνατο βουβό.
Γιατί φως δεν υπάρχει πια για αυτά τα μάτια
και χαρά δεν προσμένει πια αυτή η ψυχή.
Αδερφή της στερήσαν τα πέτρινα λόγια
και πορεύεται στην κοιλάδα του χαμού πια γυμνή.
Μοναχή πώς μ'άφησες στα κρυστάλλινα χρόνια,
δίχως ήλιο, γιατρειά κι αδερφό,
στην έρημο που δε λιώνουν ποτέ τα χιόνια
κι έρμο κουφάρι απλά περπατώ.
Την πίκρα ντύθηκα κουρέλια από κοπριά
και την οργή στεφάνι φόρεσα τα σάπια σωθικά μου.
Σκήπτρο κρατώ μια λυσσαλέα απαξίωση,
στη μούρη μου φορώ τη μάσκα της σιωπής
και σάβανο τυλίχτηκα της λήθης.
Θα περπατώ στη γη σκιάχτρο της φωτιάς
και θα ακούς τις νύχτες με φως τον πόνο στην κραυγή μου.

"Καθαγιασμένος στα νερά της λησμονιάς σου,
εξουθενωμένος από τα έργα και τις μέρες σου,
θητεύω δίπλα σε αγάπες ξοφλημένες
γιατί τα χρόνια μου ναυάγησαν στις ξέρες σου.
" (Διάφανα Κρίνα)

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2009

Αχέροντας

Παιδί στα δάχτυλα του παίζει χαρτί κομματιασμένο
λευκό καράβι γέννησε η τέχνη λαβωμένο
τ'αφήνει να παρασυρθεί στο μαύρο ποταμό
και γνέφει αντίο σκυθρωπό στον τελευταίο λυγμό.

Το ρεύμα στράγγιξε τη ζωή, το φως, την όποια αλήθεια
και μοναχή παραπατείς στην όχθη του χαμού.
Κι ο βαρκάρης πια νεκρός μηνύματα δε φέρνει
παρά ξεβράζει το νερό θύμησες μουχλιασμένες.

Να ξανοιχτείς.. Να ξανοιχτείς... κουφάρι ξεσκισμένο
να πλεύσεις ως τον Άδη ταξιδευτής και μόνος επισκέπτης.
Σφαγή αν ζητήσει ο θεός την καρδιά θα δώσεις
κι ένα μαχαίρι που η ζωή ονόμασε μνήμη.

Σα πέρα οσμίζεσαι ηλύσια πεδία
και το θνητό που παίζει στα δάχτυλα
το φως όλου του κόσμου.
Στην όχθη όμως ξέμεινες να ανεμίζεις σκιάχτρο.