Ουρανέ μου, άκουσε ακόμα μια φορά την κραυγή μου νιώσε άλλη μια φορά τη σιωπή μου και θυμήσου στα όνειρα σου τη μορφή μου.
Το βλέμμα που μαγνήτιζε τους κεραυνούς σου και κάθε στάλα της βροχής και του μυαλού σου...
Μια θάλασσα στα μάτια σου κσι η ψυχή του ανέμου, να λυσσομανά στα σωθικά μου και να ζητά την ύπαρξη μου.
Πόσο αγάπησα τις θάλασσες και το βαθύ μπλε, τα κλαριά που άπλωνες να τυλίξεις την αδύναμη ψυχή μου και κούρνιαζε στα χέρια σου το άϋλο κορμί μου.
Έγερνα στο στήθος σου τα βράδυα στα όνειρα μου και με έραινες άστρα και ευωδιές, έλουζες τα μαλλιά μου με ένα φως αστροφεγγιάς και μελωδίες αγγέλων...
Στα μάτια σου ξαπόσταινε η σκέψη μου, στα χερια σου η πνοή μου και στο πλάϊ σου έβρισκε νόημα η ύπαρξη μου.
Ουρανέ μου, άκουσε την κραυγή μου!
Σφαδάζω σε χώμα κόκκινο, της λησμονιάς και της σιωπής σου, ουρλιάζω μες στα σπλάχνα μου κι αποζητώ το μπλε σου, τη σκιά του κορμιού σου να σκεπάσει τον ήλιο και τον κόσμο...
Και τη φωνή που ημέρευε τα πιο άγρια θεριά και φώτιζε τα βάθη της κολάσεως.
Ουρανέ μου, άστραψε για μια φορά ξανά να τυφλωθώ απ'την ομορφιά κι ας ξεψυχήσω πια μετά στην απουσία της ύπαρξης σου...
Ξαπόστασε στα πόδια μου, σα μικρό παιδί, να ονειρευτείς τον κόσμο αγαθών και τρανών ηρώων.
Γείρε στο πλάϊ μου και ψιθύρισε μου, σαν εραστής, μεγάλη μου αγάπη, όσα δε θέριεψαν ποτέ στα σωθικά μου.
Τον ουρανό που δεν αγκάλιασα μήτε για μια φορά και το θεριό, το λέοντα που ψάχνω στα όνειρα μου και ψιθύρισε μου ανάλαφρα τα όνειρα που ξεθώριασαν και το πέλαγο που με πρόδωσε και τη μοναξιά μου...
Λήθη, αγαπημένη εσύ, άκουσε τη σιωπή μου
απόμεινα μονάχη μου στη μνήμη και στη δύνη. Ξαπόστασε στο πλάϊ μου, δώσε μου φιλί γλυκό και αποκοίμισε με...
Τα βήματα αχνά και κόκκινα στους δρόμους του μυαλού σου. Δε γύρισες για χρόνια το βλέμμα στο περβάζι. Ξεράθηκε η γλάστρα και τα όνειρα που στο παραθύρι στοιβάζεις.
Μια ανάμνηση στο τζάμι τιτιβίζει και η βαρυχειμωνιά το ξέρεις θα την πνίξει. Σφίγγεται η καρδιά, δε θα τ'ανοίξεις το παραθύρι να ξεψυχά θα την ακούς σα μικρό σπουργίτι.
κι οι τύψεις θα σε πνίξουν που ποτέ δε θέλησες να θυμηθείς κι οι ενοχές που δεν αντίκρυσες, δε δέχτηκες, δε θυμάσαι... Σφαλισμένο το παράθυρο και το βλέμμα σου το αποφεύγει Δεν κοιτάς, δεν κοίταξες κι ούτε και θα κοιτάξεις.
Ξεψύχησε η ανάμνηση, κόμπος στη φωνή σου Σφαλιστό παράθυρο και σφαλιστή ψυχή σου.